user_mobilelogo

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ήταν απομεσήμερο όταν την ένοιωσα να δακρύζει

Για μια στιγμή σάστισα!

Δακρύζουν οι ψυχές; Αναρωτήθηκα

Εγώ μόνο στα μάτια πίστευα πως αναβλύζουν δάκρυα

Κι όμως, παίρνω όρκο πως τα δάκρυα της, τα ένοιωσα να διαπερνούν όλα μου τα κύτταρα

Κι ένοιωσα ένα κρύο, μια παγωνιά ως το κόκκαλο

Ύστερα τίποτα.

Ούτε η λύτρωση του νεκρού, ούτε του άψυχου

Ούτε. Ούτε καν αυτό.

Παρά ένα μούδιασμα

Έτσι για να είναι εκεί να σου θυμίζει το κλάμα της, το βουβό της σπαραγμό

Κομματιάστηκες ψυχή μου! Γι’ αυτό μου λούφαξες μουδιασμένη από τον πόνο;

Και τώρα; Πώς να σε αγγίξω τώρα…πώς να μη σε πονέσω κι άλλο;

Πως! Τι γιατρειά σου πρέπει;

Σκέφθηκα τον χρόνο, αυτός θα μπορεί μονολόγησα

Τον καλώ για βοήθεια, μα δεν μπορώ μου απαντά. Δε μπορώ να κάνω τίποτα για εκείνη, είναι πάνω από τις δικές μου δυνάμεις. Πολύ αργά!

Μαράζωσα, στεκόμουν απογοητευμένη

Πάει και η ελπίδα του χρόνου σκεφτόμουν!

Τότε η καρδιά, μου έδειξε Εσένα

Εσένα Θεέ μου, μόνο Εσένα!

Και ήρθες

Ήρθες, σε ένοιωσα όταν άγγιξες τους σκυμμένους μου ώμους από απόγνωση

Δε μίλησες! Δεν είπες εγώ μπορώ να την γιατρέψω!

Μα την ώρα που με άγγιξες, αυτή αναθάρρεψε, ζωήρεψε απαλά και σα να άρχισε να γαληνεύει, να σταματάνε τα αναφιλητά…

Τα δάκρυα ένοιωσα να στεγνώνουν

Σπουδαίο δώρο η ζωή Θεέ μου~